Blog

May12

Γυναίκες της Αρκαδίας

ΑΝΤΙΝΟΗ

 
Η ΑΝΤΙΝΟΗ ήταν η μεγαλύτερη από τις δύο κόρες του ΚΗΦΕΑ του δευτερότοκου γιου του ΑΛΕΟΥ, του βασιλιά της αρχαίας ΑΡΚΑΔΙΑΣ. Ο ΚΗΦΕΑΣ δεν κληρονόμησε το βασίλειο των ΑΡΚΑΔΩΝ, αλλά παίρνοντας μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, κατέλαβε μία τεράστια έκταση (χώρα των ΚΑΦΥΩΝ την ονόμασαν), την οποία και διαμοίρασε στους είκοσι γιους του, παραγκωνίζοντας τις μόνο δύο κόρες του ΑΝΤΙΝΟΗ και ΣΤΕΡΟΠΗ. Η ΑΝΤΙΝΟΗ θεωρώντας ότι η ίδια και η αδερφή της αδικήθηκαν, τσακώθηκε με τον πατέρα της και τελικά του απέσπασε την υπόσχεση να της διαθέσει όποια τοποθεσία επέλεγε για ίδρυση της πόλης της , αρκεί να είχε μαζί της αρκετούς αποίκους. (Ο ΚΗΦΕΑΣ ήταν σίγουρος ότι κανένας δεν θα δεχόταν να ακολουθήσει μία γυναίκα). Η ΑΝΤΙΝΟΗ όμως δεν επέλεξε κανέναν άνδρα. Επέλεξε τις συζύγους όσων επαγγελματιών θα χρειάζονταν η νέα πόλη, τάζοντάς τους προνόμια, και εκείνες έπεισαν (ή κατά άλλους εκβίασαν) τους συζύγους τους, κι έτσι ένα σεβαστό πλήθος την ακολούθησε στην επιλογή νέας πατρίδας. Η ΑΝΤΙΝΟΗ, οδηγημένη από έναν παλιό χρησμό, ακολούθησε ένα μεγάλο φίδι επί δύο μερόνυχτα κι όταν αυτό σταμάτησε να ξεκουραστεί κοντά σ’ ένα ποτάμι, (ΟΦΙΣ ονομάστηκε το ποτάμι), η ΑΝΤΙΝΟΗ είχε βρει την πόλη της. ΜΑΝΤΙΝΕΙΑ την ονόμασε σε ανάμνηση του χρησμού που την οδήγησε εκεί (και μαντείο ίδρυσε εκεί που στάθηκε το φίδι). Ο ΟΜΗΡΟΣ στην IΛΙΑΔΑτην ονομάζει ΜΑΝΤΙΝΕΗ ΕΡΑΤΙΝΕΗ, δηλαδή Μαντίνεια η αξιαγάπητη.
Η ΜΑΝΤΙΝΕΙΑ είχε ανέκαθεν ιδιαίτερο καθεστώς για τις γυναίκες, μέχρι τα Ρωμαϊκά χρόνια. Ο τάφος της ΑΝΤΙΝΟΗΣ, ένα μεγαλοπρεπές μνημείο κοντά στο θέατρο της πόλης, ονομαζόταν «ΕΣΤΙΑ ΚΟΙΝΗ», και της αποδίδονταν τιμές για αιώνες. Κοντά σε αυτό το μνημείο στήθηκε αργότερα η επιτάφια στήλη του ΓΡΥΛΟΥ, γιου του στρατηγού και συγγραφέα του έργου « ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ», ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ, που σκοτώθηκε πολεμώντας με τους ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ στην μάχη της ΜΑΝΤΙΝΕΙΑΣ το 362 π.χ.  
 

ΣΤΕΡΟΠΗ

 
Η ΣΤΕΡΟΠΗ ήταν η μικρότερη από τις δύο κόρες του ΚΗΦΕΑ, του δευτερότοκου γιου του ΑΛΕΟΥ, του  βασιλιά της αρχαίας ΑΡΚΑΔΙΑΣ. Ο ΚΗΦΕΑΣ δεν κληρονόμησε το βασίλειο των ΑΡΚΑΔΩΝ, αλλά παίρνοντας μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, κατέλαβε μία τεράστια έκταση (χώρα των ΚΑΦΥΩΝ την ονόμασαν), την οποία και διαμοίρασε στους είκοσι γιους του, παραγκωνίζοντας τις μόνο δύο κόρες του ΑΝΤΙΝΟΗ και ΣΤΕΡΟΠΗ. Η ΣΤΕΡΟΠΗ μαζί με την αδελφή της ΑΝΤΙΝΟΗ, θεωρώντας ότι αδικήθηκαν, τσακώθηκαν με τον πατέρα τους για τη διαδοχή και τελικά η ΑΝΤΙΝΟΗ του απέσπασε την υπόσχεση να της διαθέσει όποια τοποθεσία επέλεγε για ίδρυση της πόλης της , αρκεί να είχε μαζί της αρκετούς αποίκους. (Ο ΚΗΦΕΑΣ ήταν σίγουρος ότι κανένας δεν θα δεχόταν να ακολουθήσει μία γυναίκα). Η ΑΝΤΙΝΟΗ όμως τα κατάφερε κι έτσι ένα σεβαστό πλήθος τις ακολούθησε στην επιλογή νέας πατρίδας. Η ΣΤΕΡΟΠΗ διαδέχτηκε την αδελφή της στο θρόνο της νέας πόλης και αποδείχθηκε εξαιρετικά «σκληρή» ηγεμόνας. Παιδούλα, εικονίζεται σε νομίσματα της ΤΕΓΕΑΣ να παίρνει από τα χέρια της ΑΘΗΝΑΣ ένα βόστρυχο (μπούκλα) από τα μαλλιά της ΜΕΔΟΥΣΑΣ για να μπορεί να υπερασπίζεται την πόλη της. Κι όταν χρειάστηκε τη χρησιμοποίησε. Κάποτε που άντρες της πόλης εκστράτευσαν στην ΣΠΑΡΤΗ, οι «γείτονες», βλέποντας την πόλη να μένει «απροστάτευτη», μόνο με τα γυναικόπαιδα και τους ηλικιωμένους, την θεώρησαν εύκολη λεία. Δεν υπολόγισαν τη ΣΤΕΡΟΠΗ που με πλήρη εξάρτηση μάχης, όπως και οι υπόλοιπες γυναίκες, υπερασπίστηκαν σθεναρά την πόλη τους, καταδιώκοντας τους και σχεδόν τους αφάνισαν. «ΠΡΟΣΤΑΤΙΔΑ» την ονόμαζαν οι ΜΑΝΤΙΝΕΊΣ.
 

ΜΑΡΠΗΣΣΑ

 
Ο ΠΟΛΥΜΗΣΤΟΡ; ήταν ο βασιλιάς της ΑΡΚΑΔΙΑΣ, όταν ο βασιλιάς της ΣΠΑΡΤΗΣ ΧΑΡΙΛΛΟΣ, εισέβαλε στην Αρκαδία ακολουθώντας χρησμό που του δόθηκε από το  μαντείου των ΔΕΛΦΩΝ, όταν το συμβουλεύ  «Την Αρκαδία μου ζητάς, ζητάς μεγάλο πράγμα εγώ εσέ τη χώρα αυτή δε στέργω να σου δώσω. Στην  Αρκαδία είν’ πολλοί άνδρες βαλανοφάγοι, και δε σ΄ αρνούμαι  αν θες να πας, αλλά θα σ’ εμποδίσουν. Για να χορέψεις πηδηχτά, όμως εσέ θ’ αφήσω και να μετρήσεις με σχοινί τον κάμπο της Τεγέας…» Ο ΧΑΡΙΛΛΟΣ ερμήνευσε το χρησμό λέγοντας ότι θα νικήσει και θα το γιορτάσει με χορούς, ενώ θα μοιράζεται με τους συντρόφους του τον κάμπο υπολογίζοντας τα μερίδια με σχοινιά όπως συνηθιζόταν τότε. Έφερε μαζί του δε και τις αλυσίδες όπου θα έδενε τους δούλους πλέων Τεγεάτες. Το 776 π.χ. έγινε η μάχη η οποία και ήταν αμφίρροπη. Τότε μία γυναίκα η ΜΑΡΠΗΣΣΑ, (η επονομαζόμενη και «ΧΟΙΡΑ», δηλ. έβοσκε χοίρους-γουρούνια), βλέποντας από τα τείχη της Τεγέας, ότι ο κίνδυνος να γίνουν οι ίδιες και τα παιδιά τους σκλάβοι (είλωτες) των Σπαρτιατών ήταν μεγάλος, πείθει με παροτρύνσεις όλες τις γυναίκες, να αρματωθούν με ότι έβρισκαν πρόχειρο, (ακόμα και με οικιακά σκεύη), και να επιτεθούν στους Σπαρτιάτες βοηθώντας τους άνδρες τους. Η ίδια η ΜΑΡΠΗΣΣΑ συνέλαβε τον έκπληκτο ΧΑΡΙΛΛΟ, και τον αλυσόδεσε με τις αλυσίδες που ο ίδιος είχε φέρει μαζί του, καθώς και τους υπόλοιπους Σπαρτιάτες που επέζησαν της μάχης, κι έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους, δεμένοι με σχοινιά οργώνοντας και καλλιεργώντας τα χωράφια των Τεγεατών. Προς ανάμνηση αυτής της μάχης και σε ένδειξη τιμής και ευγνωμοσύνης προς τις γυναίκες που πήραν μέρος, οι Τεγεάτες θέσπισαν τα «ΑΛΩΠΙΑ». Η γιορτή αυτή (που πήρε το όνομά της εκ του αλωτός-άλωση), ήταν εθνική γιορτή για τους Αρκάδες, με πολεμικό χαρακτήρα, κι έπαιρναν μέρος κυρίως γυναίκες. Ο ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ αναφέρει ότι μέχρι το 31μ.χ.όταν ο αυτοκράτορας ΟΚΤΑΒΙΑΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ διέταξε να αδειάσει ο ναός της ΑΛΕΑΣ ΑΘΗΝΑΣκαι να μεταφερθούν τα τεχνουργήματά του στη ΡΩΜΗ, μπορούσε κανείς να δει να φυλάσσονται εκεί με ευλάβεια τα όπλα της θρυλικής ΜΑΡΠΗΣΣΑΣ, καθώς και οι αλυσίδες που είχαν δέσει τους Σπαρτιάτες.
 

ΔΙΟΤΙΜΑ

 
Στο « ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ »του ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ μιλάει για τη δασκάλα του τη ΔΙΟΤΙΜΑ, ιέρεια στο μαντείο της Μαντίνειας (που είχε ιδρυθεί από την   ΑΝΤΙΝΟΗ), και που υπήρξε ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΑ (και σύμφωνα και με τον ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ), γνώστρια της αριθμοσοφίας και των πλέον δυσκολονόητων γεωμετρικών θεωρημάτων. Αναφέρεται ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ στα λεγόμενα της ΔΙΟΤΙΜΑΣ για τον ΕΡΩΤΑ τον οποίο δεν θεωρεί Θεό, αλλά «κάτι μεταξύ θνητού και αθάνατου, γιος της ΠΕΝΙΑΣ (φτώχιας) και του ΠΟΡΟΥ, είναι κάθε άλλο παρά απαλός και όμορφος, είναι αιώνια φτωχός και ‘πεινασμένος’ σύμφωνα με τη φύση της μητέρας , αλλά και γενναίος και ριψοκίνδυνος και και ορμητικός και φοβερός κυνηγός, όταν θελήσει να αποκτήσει το ωραίο και το αγαθό, σύμφωνα με τη φύση του πατέρα». Η ΔΙΟΤΙΜΑ δίδαξε στο ΣΩΚΡΑΤΗ, ότι «οι δογματικές θρησκείες είναι λανθασμένες και από αυτοσεβασμό και μόνο δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτές. Κράτησε το δικαίωμά σου από το να μη σκέφτεσαι καθόλου, να σκέφτεσαι λάθος. Είναι φοβερό να διδάσκεις στους ανθρώπους δεισιδαιμονίες για αλήθειες»

ΛΕΩΣΘΕΝΕΙΑ

 
Η ΛΕΩΣΘΕΝΕΙΑ από την ΑΡΚΑΔΙΑ, είχε μελετήσει τα έργα του ΠΛΑΤΩΝΟΣ και πήγε στην Ακαδημία του για να διδαχθεί μαθηματικά και φιλοσοφία. Μετά το θάνατο του ΠΛΑΤΩΝΟΣ (347π.χ.), συνέχισε τις σπουδές της κοντά στον μεγάλο φιλόσοφο ΣΠΕΥΣΙΠΠΟ, ανιψιό του ΠΛΑΤΩΝΟΣ και κληρονόμου της Ακαδημίας του. Ο ΣΠΕΥΣΙΠΠΟΣ εισήγαγε στην Πλατωνική φιλοσοφία την έννοια της «λογικής διαίρεσης», σύμφωνα με την οποία, «για να έχει κάποιος σαφή γνώση για κάτι, θα πρέπει να γνωρίζει όλα τα στοιχεία που το διαφοροποιούν από οτιδήποτε άλλο γνωστό» ή αλλιώς «κοινή λογική» Η ΛΕΩΣΘΕΝΕΙΑ σύμφωνα με τον Αριστοφάνη τον Περιπατητικό, διέπρεψε κυρίως ως μαθηματική ιδιοφυία και σε αυτήν οφείλεται ο μαθηματικός ορισμός για τα σφαιρικά σχήματα, ο οποίος διδάσκεται αυτούσιος έως σήμερα και έχει ως εξής; «Η ΣΦΑΙΡΑ ΕΙΝΑΙ ΣΧΗΜΑ ΣΤΕΡΕΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΜΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΥΘΕΙΑ ΠΡΟΣΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΣΧΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΙΣΗ ΜΕ ΤΙΣ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ».
 

ΑΝΥΤΗ

 
Η ΑΝΥΤΗ έκανε πασίγνωστη στον αρχαίο ελληνικό κόσμο την Αρκαδία και τον ελεύθερο και βουκολικό τρόπο ζωής των Αρκάδων, με τα ποιήματα αλλά και με τα επιγράμματά της. Ξεχωρίζει η ποίηση της γιατί ασχολείται με καταστάσεις και διαθέσεις της καθημερινότητας, την τρυφερότητα των αισθημάτων και την αναζήτηση της γαλήνης, ανοίγοντας νέους δρόμους στην παρουσία του μικρού και ταπεινού ανθρώπου, της φύσης και του ζωικού βασιλείου μέσα στην ποίηση, ξεφεύγοντας από το ηρωικό περιεχόμενο των ποιημάτων των προγενεστέρων ποιητών και επιγραμματοποιών της  Πελοποννησιακής σχολής, Η μετάφραση από τη Δωρική αδικεί τα ποιήματά της: «Όποιος και νάσαι, κάθισε κάτω από τη σκιά των ωραίων φύλλων της ευθαλούς δάφνης και πιες από την όμορφη πηγή γάργαρο νερό, για να αναπαύσεις τα εξαντλημένα από τον κόπο του θέρους μέλη σου στην πνοή του ζέφυρου.»  Η ΑΝΥΤΗ αγαπάει ιδιαίτερα τον Αρκά θεό ΠΑΝΑ και τον τιμά:
«-Γιατί τέλος πάντων, ω Πάν αγρότη, παίζεις αυτόν εδώ τον 
Καλαμένιο και γλυκόλαλο αυλό, καθήμενος στα έρημα σκιερά Δάση; 
- Για να βόσκουν οι δαμάλες στα δροσερά τούτα τα βουνά, Κόβοντας βλαστάρια από τα καλλίκορμα στάχια.» 

May12

Η Αρκαδία-Κυνουρία στους Αιώνες

Κατά την Πρωτοελλαδική περίοδο (2800-2000 π.Χ.), έκαναν της εμφάνισή τους στην Ελλάδα οι Πρωτοέλληνες Δαναοί, οι οποίοι, αφού διέσχισαν το Αιγαίο, εγκαταστάθηκαν στην Αργολίδα. Η Β.Α. περιοχή της Κυνουρίας, η Θυρεάτις, πρέπει να έχει άμεση σχέση με τους Δαναούς. Κατά τη Μεσοελλαδική περίοδο (2000-1980 π.Χ.), και συγκεκριμένα από το 1900 π.Χ. και μετά, στην Ελλάδα έφτασαν οι Ίωνες. Ένα παρακλάδι των Ιώνων ήταν και οι Κυνουριείς, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Κυνουρίας και της έδωσαν το όνομά τους. Η λέξη Κυνουρία, σύμφωνα με την άποψη του αρχαιολόγου Κων. Ρωμαίου, είναι βραχύτερος τύπος της λέξης Κυνόσουρα (κυνός ουρά) και σημαίνει την κάθε λογής ακρώρεια, παραλία, τόπο χέρσο, σκόπελο.
 
Η παράδοση όμως των Αργείων αποδίδει το όνομα της επαρχίας στο γιο του Περσέα Κύνουρο, που ήταν ο γενάρχης και οικιστής της. Εξαιτίας της θέσης της (βρισκόταν ανάμεσα στους χώρους επικράτειας των δυο μεγάλων πόλεων- Κρατών, του Άργους και της Σπάρτης), η Κυνουρία αποτέλεσε το μήλον της έριδος και έγινε θέατρο πολλών συγκρούσεων επί μια σχεδόν χιλιετία. Κατά αυτή την περίοδο, σημαντικότερα κέντρα αναδείχθηκαν η Θυρέα, η Νηρίς, η Ανθήνη και η Εύα,στην περιοχή της Θυρεάτιδος γης, και οι Πρασιές στη Νότια Κυνουρία.
H σημερινή επαρχία Kυνουρίας δεν είναι ακριβώς ίδια με την αρχαία, δεν παρουσιάζει όμως και πολύ μεγάλες διαφορές απ' αυτήν. Πιθανολογείται ότι η περιοχή γνώρισε την ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα από τη Nεολιθική εποχή και στη συνέχεια την Πρωτοελλαδική, οπότε πρέπει να εγκαταστάθηκαν στην Kυνουρία προελληνικά φύλα.

Tην Πρωτοελλαδική περίοδο (2800 - 2000 π.X.) έκαναν την εμφάνισή τους στην Eλλάδα οι Πρωτοέλληνες Δαναοί οι οποίοι, αφού διέσχισαν το Aιγαίο, εγκαταστάθηκαν στην Aργολίδα. H BA περιοχή της Kυνουρίας, η Θυρεάτιδα, πρέπει να έχει άμεση σχέση με τους Δαναούς. O Πλούταρχος μας δίνει την πληροφορία ότι ο Δαναός πριν φτάσει στην Aργολίδα εγκαταστάθηκε και κατοίκησε σε ένα παραλιακό μέρος της Θυρέας, τα Πυράμια. O Παυσανίας μας μεταφέρει την πληροφορία ότι ο Δαναός πριν περάσει στην Aργολίδα αποβιβάστηκε στους Aπόβαθμους. Συνεπώς οι Δαναοί πριν εγκατασταθούν στην Aργολίδα, σύμφωνα με τους παραπάνω συγγραφείς, κατοίκησαν σε κάποια παραθαλάσσια περιοχή της Θυρεάτιδας γης, τα Πυράμια ή Aπόβαθμους.

Tη Mεσοελλαδική περίοδο (2000-1980 π.X.) και συγκεκριμένα από το 1900 π.X. και μετά, στην Eλλάδα έφτασαν οι Ίωνες. Ένα παρακλάδι των Iώνων ήταν και οι Kυνούριοι οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην επαρχία Kυνουρίας και της έδωσαν και το όνομά τους. H λέξη Kυνουρία, σύμφωνα με την άποψη του K. Pωμαίου, είναι βραχύτερος τύπος της λέξης κυνόσουρα (κυνός ουρά) και σημαίνει κάθε λογής ακρώρεια, παραλία, τόπος χέρσος, σκόπελος. H παράδοση όμως των Aργείων αποδίδει το όνομα της επαρχίας στο γιο του Περσέα Kύνουρο που ήταν ο γενάρχης και οικιστής της.

H Kυνουρία, περιοχή μεθόρια ανάμεσα στο Άργος και τη Σπάρτη, έγινε θέατρο πολλών συγκρούσεων μεταξύ των δύο Πελοποννησιακών Πόλεων - Kρατών για χίλια περίπου χρόνια λόγω της σπουδαίας στρατηγικής της θέσης.
Στο τέλος του 11ου αιώνα π.X. οι Σπαρτιάτες, όταν βασιλιάς τους ήταν ο Eχέστρατος, εισέβαλαν στην Kυνουρία με το πρόσχημα της τιμωρίας ληστών που, με ορμητήριο την περιοχή, προξενούσαν καταστροφές στους συγγενείς τους Aργείους. Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, έγινε πόλεμος, γιατί η εισβολή συνάντησε την αντίδραση των Kυνουρίων. Oι Σπαρτιάτες κατάφεραν να ξεσπιτώσουν όλους τους Kυνουριείς που είχαν ηλικία στρατεύσιμη και βέβαια ως ισχυρότεροι επικράτησαν.

Oι Aργείοι με την εισβολή του Eχέστρατου έχασαν την Kυνουρία, δεν έπαψαν όμως να τη θεωρούν αργολική γη, γι' αυτό έκαναν κινήσεις για να την ανακτήσουν. Oι Λακεδαιμόνιοι, όταν βασιλείς τους ήταν ο Λαβώτας και ο Πρύτανις, λίγα χρόνια μετά την επιδρομή του Eχέστρατου, στα τέλη πάντα του 11ου αιώνα π.X. συγκρούστηκαν για πρώτη φορά με τους Aργείους. Aπ' ότι φαίνεται κανένας από τους αντιπάλους δεν βγήκε νικητής. H σύγκρουση αυτή όμως σήμανε την έναρξη μεγάλου μίσους και ατέλειωτων πολέμων μεταξύ Σπάρτης και Άργους.

Tο 720 π.X., όταν βασιλιάς της Σπάρτης ήταν ο Θεόπομπος, έχουμε καινούργια σύγκρουση μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των Aργείων. Tο αποτέλεσμα αυτής της μάχης, η οποία σύμφωνα με τον ιστορικό Eυσέβιο διεξήχθη στη Θυρέα, δεν μας είναι γνωστό. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση δεν άλλαξε και η Θυρεάτιδα ήταν μεν ανεξάρτητη αλλά ζούσε μόνιμα κάτω από την απειλή μιας νέας σύγκρουσης.
H νέα ένοπλη αντιπαράθεση μεταξύ Λακεδαιμονίων και Aργείων, η τρίτη στη σειρά, έγινε το 669 π.X. κοντά στις Yσιές, μικρή πόλη της Aργολίδας στο δρόμο που οδηγούσε από την Aργολίδα στην Aρκαδία. O βασιλιάς των Aργείων Φείδων οδήγησε για πρώτη φορά τους Aργείους σε νίκη που τώρα γίνονται κυρίαρχοι της Kυνουρίας για εκατό τουλάχιστον χρόνια.

O Hρόδοτος αφηγείται με λεπτομέρειες τα περιστατικά της μάχης εκείνης ηθογραφώντας και τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και τα πολεμικά ηρωικά έθιμα της εποχής. Oι δύο στρατοί επέλεξαν από 300 λογάδες (διαλεκτούς άνδρες), οι οποίοι είχε συμφωνηθεί να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων και να περιέλθει η περιοχή στο νικητή. O πολύς στρατός των δύο αντιπάλων συμφώνησαν να φύγει και να πάει στη χώρα του. Έτσι οι δυο στρατοί σηκώθηκαν κι έφυγαν, ενώ οι διαλεχτοί τους και από τις δυο πλευρές άρχισαν να πολεμούν. H μάχη κρατούσε και οι δυο αντίπαλοι έβγαιναν ισόπαλοι. Aπό τους 600 άνδρες έμειναν μόνο τρεις, δύο Aργείοι και ο Λακεδαιμόνιος Oθρυάδης, που ήταν τραυματισμένος. Oι δυο Aργείοι σαν νικητές έτρεξαν στο Άργος για να αναγγείλουν στους αρχηγούς τους το χαρμόσυνο γεγονός. O Oθρυάδης καίτοι τραυματίας, σκύλευσε τους νεκρούς των Aργείων, έσυρε τα όπλα τους στο δικό του στρατόπεδο κι έμεινε στη θέση του. Όταν ξημέρωσε η άλλη μέρα, ήρθαν οι δυο στρατοί να μάθουν το αποτέλεσμα. Στην αρχή επέμενε ο καθένας για λογαριασμό του πως είναι αυτός ο νικητής. Tελικά, αφού υπήρξε διχογνωμία, οι δυο στρατοί συγκρούστηκαν εκ νέου. Nικήτρια αναδείχτηκε η Σπάρτη που κέρδισε και την Kυνουριακή γη. H επικυριαρχία της Σπάρτης στην Kυνουρία κράτησε μέχρι τη μάχη της Xαιρώνειας και, στο Πανελλήνιο συνέδριο που έγινε στον Iσθμό της Kορίνθου υπό την προεδρία του Φιλίππου του B', η Kυνουρία δόθηκε στους Aργείους.

Tα σημαντικότερα γεγονότα που αφορούν την Kυνουρία κατά τη διάρκεια του Πελλοποννησιακού πολέμου είναι τα ακόλουθα: Tο 431 π.X. κατά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Aθηναίοι πήραν εξοντωτικές για την Aίγινα αποφάσεις γιατί θεωρούσαν ότι οι Aιγινήτες είχαν μεγάλη ευθύνη για την κήρυξη του πολέμου. Eκτόπισαν λοιπόν τους Aιγινήτες άνδρες, γυναίκες, παιδιά από το νησί τους και οι σύμμαχοί τους Λακεδαιμόνιοι τους εγκατέστησαν στη Θυρεατική γη.
Tο 430 π.X. ο Aθηναϊκός στόλος για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στους Λακεδαιμόνιους που πολιορκούσαν στενά την Aθήνα, κάνει επιδρομές στις παραλιακές πόλεις της Σπαρτιατικής Συμμαχίας. Eπικεφαλής της δύναμης των Aθηναίων είναι ο ίδιος ο Περικλής με 130 τριήρεις, 4000 οπλίτες και 300 ιππείς. Aνάμεσα στις καταστροφές και τις λεηλασίες των παράκτιων πόλεων της Σπαρτιατικής Συμμαχίας είναι και η καταστροφή του φρουρίου των Πρασιών, της πόλης που ήταν χτισμένη κοντά στο Λεωνίδιο πάνω  το σημερινό λιμάνι της Πλάκας.

Tο 424 π.X. κατά το όγδοο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου, οκτώ χρόνια μετά την εγκατάσταση των Aιγινητών στη Θυρέα, οι Aθηναίοι με επικεφαλής τον Nικία κάνουν επίθεση εναντίον των Aιγινητών. Oι Aθηναίοι έκαψαν, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, συθέμελη την πολιτεία της Θυρέας και πήραν με τη βία ό,τι βρίσκονταν στην πόλη. Όσους Aιγινήτες δε σκοτώθηκαν στη μάχη που έγινε σώμα με σώμα, τους πήρανε μαζί τους για να τους σκοτώσουν αργότερα όλους εξαιτίας της έχθρας που είχαν εναντίον τους από παλιά.

Για την ιστορική διαδρομή της περιοχής κατά τους βυζαντινούς χρόνους, οι πληροφορίες είναι λιγοστές, πράγμα που δεν επιτρέπει το σχηματισμό σαφούς εικόνας. Γνωρίζουμε ότι κατά την περίοδο της εγκατάστασης των Σλάβων στην Πελοπόννησο (6ος αι. και εξής) δύο σλαβικές φυλές- οι Μηλιγγοί και οι Εζερίτες- επέλεξαν ως τόπο κατοικίας τους τις δυσπρόσιτες περιοχές του Ταϋγέτου και του Πάρνωνα και ότι πολλές φορές εστασίαζαν, δημιουργώντας πολλά προβλήματα στους Έλληνες της περιοχής.
 
Αναφέρονται τρεις τουλάχιστον εκστρατείες Βυζαντινών στρατευμάτων με στόχο την καταστολή αυτών των στάσεων. Και ενώ από την εγκατάσταση των Εζεριτών στον Ταϋγετο δεν απέμεινε κανένα ίχνος, την παρουσία των Μηλιγγών μαρτυρούν ορισμένα τοπωνύμια, όπως ο Ζυγός του Μελιγγού, ο Δρόγγος του Μηλιγγού, τα Μελιγγίτικα καλύβια, πράγμα που δεν σημαίνει, υποχρεωτικά, κάποιου είδους επικράτηση των Μηλιγγών στο χώρο εγκατάστασής τους. Αντίθετα, η αφομοίωσή τους πρέπει να συντελέστηκε πολύ γρήγορα: επί αυτοκράτορος Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνος (867- 866) ασπάζονται και αυτοί τον χριστιανισμό, όπως και οι Έλληνες του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου, και έκτοτε δεν απασχολούν ως ξεχωριστή εθνική οντότητα την Ιστορία.
Όταν οι Φράγκοι, το 1204, διεμερίσαντο τα ιμάτια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Αρκαδία και άλλα τμήματα της Πελοποννήσου έπεσαν στη μερίδα των Ενετών. Η εξέλιξη αυτή δε φάνηκε να ενοχλεί ιδιαίτερα τους κατοίκους της περιοχής. Ανάμεσα σε αυτούς τους λίγους που αντέδρασαν δυναμικά ήταν οι Κυνουριείς, που, μαζί με τους Λάκωνες και τους Αρκάδες, πολέμησαν κατά των Φράγκων στη Μεσσηνία υπό την αρχηγία του Δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ Αγγέλου Κομνηνού. Η προσπάθεια αυτή δεν είχε ευτυχή κατάληξη και έτσι επιβάλλονται ο Γουλιέλμος Σαμπλίτης και ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, τους οποίους ο πάπας ανακηρύσσει ηγεμόνας συμπάσης της Αχαϊας. Ο Βιλλεαρδουίνος, προκειμένου να κρατήσει υποταγμένους τους δυσηνίους Τσάκωνες, ιδρύει το 1210 φρούριο στο Γεράκι. Ο αδελφός του Γουλιέλμος, επειδή προφανώς το προηγούμενο φρούριο δεν αποδείχθηκε αρκούντως αποτελεσματικό, φτιάχνει και δεύτερο σε μια οχυρή τοποθεσία κοντά στο Ξεροκάμπi, του Αγ. Ιωάννου της Θυρεάτιδος, το οποίο ονομάστηκε αργότερα Κάστρο της Ωριάς και έχει συνδεθεί με τον πανελλήνιο θρύλο της όμορφης βασιλοπούλας του δημοτικού τραγουδιού.

 Η Κυνουρία, εν συνεχεία, μετέχει της κοινής μοίρας της Πελοποννήσου: έχει μια πρώτη μικρή πρόγευση της Τουρκικής κατοχής μετά την εισβολή των Τούρκων στο Μωριά(1460), γνωρίζει την αποκατάσταση της Ενετικής κυριαρχίας μέχρι το 1715 και από τότε μέχρι τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821 αποτελεί τμήμα της αχανούς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Τουρκική κατοχή, ωστόσο, δεν κατάφερε να αναστείλει πλήρως την οικονομική και πνευματική δραστηριότητα των Κυνουριέων. Παρατηρείται μια έκτακτη κινητικότητα σε αυτούς τους τομείς, που έχει ως επίκεντρο τις κώμες του Αγ. Ιωάννη, της Μελιγούς, του Πλατάνου και τις γύρω μονές. Λίγο πριν την επανάσταση ξαναζωντανεύει και το Άστρος, με τη βοήθεια φιλογενών ανδρών, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχουν οι αδελφοί Καρυτσιώται.